δειλίασμα

δειλίασμα, [full] δειλινισμός, and [full] δείλισμα, = Lat.
A merenda, Gloss.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δείλιασμα — το ο φόβος, η λιποψυχία: Το δείλιασμα δεν ταιριάζει σε έναν άνθρωπο με αυτοπεποίθηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δείλιασμα — το [δειλιάζω] η παροδική απώλεια θάρρους, η ατολμία …   Dictionary of Greek

  • δείλια — η η στιγμιαία δειλία, το δείλιασμα …   Dictionary of Greek

  • λιποψυχία — και λιποψυχιά, η (AM λιποψυχία, Α και λειποψυχία) [λιποψυχώ] λιποθυμία («ἀδυναμία γὰρ αἰσθήσεων ἡ λιποψυχία», Αριστοτ.) νεοελλ. απώλεια θάρρους, δείλιασμα, ατολμία …   Dictionary of Greek

  • αποθάρρυνση — η το χάσιμο του θάρρους, το δείλιασμα: Η αποθάρρυνσή του δε δικαιολογιόταν από τα πράγματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λιποψυχία — η δείλιασμα, λιγοψυχιά: Η λιποψυχία του τον έκανε να νιώθει ντροπή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.